Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Black Power

Black power

Ο Στέργιος ήταν δάσκαλος χορού! Είχε μάλιστα και το δικό του μαγαζί, μη φανταστείτε κάτι σαν τις σύγχρονες, κυριλέ σχολές. Τη δεκαετία του 70, ο Στέργιος στέγαζε το «χοροδιδασκαλείο» του σε ένα μίζερο χαμόσπιτο, με σπασμένα κεραμίδια, ανάμεσα σε άλλα μουτρωμένα φτωχόσπιτα, σε μια γειτονιά με δαιδαλώδη στενά και υγρούς τοίχους.

«Ψηλός ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει»
Όχι όχι δεν είναι ο καπνός! Ήταν ο Στέργιος! Πενηντάρης τότε, αδύνατος, με λεπτό μουστακάκι, σαν φιγούρα βγαλμένη από κουκλοθέατρο. Εγώ κάπου στην προεφηβία μου, ταλαντευόμενος ανάμεσα στη σχολική καθημερινότητα, τις σωματικές μου ανησυχίες, τις μουσικές μου αναζητήσεις και την εξερεύνηση του έξω κόσμου. Ο δρόμος με έφερνε πολύ συχνά έξω από το μαγαζί του «δάσκαλου», αλλά δεν είχα περάσει ποτέ το κατόφλι. Ένας μουσικός αχταρμάς ξεπηδούσε από τα σάπια παραθυρόφυλλα. Πότε κάτι ζεμπέκικα, πότε τσιφτετέλια, πότε κάτι που θύμιζε Rock n roll, ακόμη και η πρωτοεμφανιζόμενη disco της εποχής δονούσε τους τοίχους και τα τζάμια τρίζανε με ευχαρίστηση. Μερικές φορές που η πόρτα έμενε μισάνοιχτη, μπορούσα να διακρίνω τις αναλαμπές ενός πρωτόγονου φωτορυθμικού και μερικές ξύλινες καρέκλες καφενείου απλωμένες στις γωνίες της σκοτεινής αίθουσας.

Ο Στέργιος είχε μια μικρότερη αδελφή, την Ελένη, κλώνος του αδελφού της. Διέφεραν μόνο σε δύο πράγματα, στο μουστάκι και στη νοημοσύνη. Η Ελένη δεν ήταν καθυστερημένη. Ο χαρακτηρισμός της εποχής και της σκληρής μικροκοινωνίας ήταν «αλλόκοτη». Φορούσε σχεδόν πάντα μια μπεζ καρό φούστα μέχρι τα γόνατα και ένα μαντήλι στα μαλλιά δεμένο κάτω από το πηγούνι. Περπατούσε περήφανα, με τους λυγερούς της ώμους στητούς έχοντας μια ακατάσχετη, αδιάκοπη και ψιθυριστή συνομιλία με τον εαυτό της. Δεν ξέρω αν μιλούσε με τον αδελφό της, αλλά δεν την είχα δει ποτέ να μιλάει με κανέναν.

Όπως συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά μικροσυστήματα που αναμασά τους εμετούς του και πίνει τα σάλια του με καλαμάκι, σε έναν τραγέλαφο Καφκισμού με καρναβαλίστικες προεκτάσεις, η Ελένη γινόταν στόχος χλευασμού. Ένα χειμωνιάτικο σούρουπο, τριγυρνώντας με το ποδήλατό μου στα στενά σοκάκια, βρέθηκα μπροστά σε ένα μάτσο συμμαθητών μου που τριγυρίζανε την Ελένη φτύνοντας, γιουχάροντας και αλλαλάζοντας αφιονισμένοι γύρω γύρω από την καυμένη γυναίκα που συνέχιζε να περπατά απτόητη, σφιγμένη με ένα βλέμμα κοφτερό που κάποια στιγμή αντάμωσε το δικό μου. Ένα βλέμμα που μου ψιθύρισε κάτι σαν «Ε! εσύ είσαι καλό παιδί, κάνε κάτι!». Δεν έκανα τίποτε. Γύρισα και έφυγα σκοτεινιασμένος βγάζοντας κακία στον εαυτό μου, γαμοσταυρίζοντας την δειλία μου.

Πέρασαν 2-3 μήνες. Είχε πιάσει η άνοιξη και ο δρόμος με έφερε για άλλη μια φορά έξω από το χοροδιδασκαλείο του Στέργιου. Μια ηλεκτρισμένη φωνή μου ξέσκισε το στομάχι και μου γαργάλησε το σβέρκο. Μια ηλεκτρική κιθάρα ξερνούσε βρώμικα riffs και μια παγανιστική ατμόσφαιρα γέμισε τη γειτονιά.

get on up, get on up
like a sex machine
get on up, get on up

Για πρώτη φορά άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο Στέργιος και η Ελένη στο κέντρο της αίθουσας χορεύανε λυμένοι σε μια μυσταγωγική έξαρση. Χέρια, πόδια στον αέρα και ο James Brown να ξεφωνίζει. Δεν σκέφτηκα και πολύ, μπήκα και εγώ μέσα στο ελευσίνιο μυστήριο αυτής της μινιμαλιστικής αίθουσας, με το σώμα μου να έχει ξεφύγει και το μυαλό μου να έχει πάρει φωτιές. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που βρέθηκα στο χώρο αυτό. Από τότε όμως ξεκίνησα να έχω σπινθήρα. Όλοι έχουνε κάποιο κρυμμένο μπουζί!

Δεν υπάρχει περίπτωση, ακόμη και σήμερα, ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου, να μη ξεσηκωθώ όπου και να ακούσω James Brown. Μήπως είμαι "αλλόκοτος"? Μπορεί, αλλά τουλάχιστον το χαίρομαι όσο μπορώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: