Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Σσσσστ!

Ο πιο γλυκός ήχος που έφτασε στα αυτιά μου. "Σσσστ", σε ένα ανηφορικό στενό δρομάκι, με τα ξάρτια να κροταλίζουν στον άνεμο. "Σσσστ", δυο βλεφαρίδες μισόκλειστες, και χίλιες μύριες ανακατωμένες σκέψεις σε μια τάρτα ορμονών πασπαλισμένη με ανατριχίλες.

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Black Power

Black power

Ο Στέργιος ήταν δάσκαλος χορού! Είχε μάλιστα και το δικό του μαγαζί, μη φανταστείτε κάτι σαν τις σύγχρονες, κυριλέ σχολές. Τη δεκαετία του 70, ο Στέργιος στέγαζε το «χοροδιδασκαλείο» του σε ένα μίζερο χαμόσπιτο, με σπασμένα κεραμίδια, ανάμεσα σε άλλα μουτρωμένα φτωχόσπιτα, σε μια γειτονιά με δαιδαλώδη στενά και υγρούς τοίχους.

«Ψηλός ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει»
Όχι όχι δεν είναι ο καπνός! Ήταν ο Στέργιος! Πενηντάρης τότε, αδύνατος, με λεπτό μουστακάκι, σαν φιγούρα βγαλμένη από κουκλοθέατρο. Εγώ κάπου στην προεφηβία μου, ταλαντευόμενος ανάμεσα στη σχολική καθημερινότητα, τις σωματικές μου ανησυχίες, τις μουσικές μου αναζητήσεις και την εξερεύνηση του έξω κόσμου. Ο δρόμος με έφερνε πολύ συχνά έξω από το μαγαζί του «δάσκαλου», αλλά δεν είχα περάσει ποτέ το κατόφλι. Ένας μουσικός αχταρμάς ξεπηδούσε από τα σάπια παραθυρόφυλλα. Πότε κάτι ζεμπέκικα, πότε τσιφτετέλια, πότε κάτι που θύμιζε Rock n roll, ακόμη και η πρωτοεμφανιζόμενη disco της εποχής δονούσε τους τοίχους και τα τζάμια τρίζανε με ευχαρίστηση. Μερικές φορές που η πόρτα έμενε μισάνοιχτη, μπορούσα να διακρίνω τις αναλαμπές ενός πρωτόγονου φωτορυθμικού και μερικές ξύλινες καρέκλες καφενείου απλωμένες στις γωνίες της σκοτεινής αίθουσας.

Ο Στέργιος είχε μια μικρότερη αδελφή, την Ελένη, κλώνος του αδελφού της. Διέφεραν μόνο σε δύο πράγματα, στο μουστάκι και στη νοημοσύνη. Η Ελένη δεν ήταν καθυστερημένη. Ο χαρακτηρισμός της εποχής και της σκληρής μικροκοινωνίας ήταν «αλλόκοτη». Φορούσε σχεδόν πάντα μια μπεζ καρό φούστα μέχρι τα γόνατα και ένα μαντήλι στα μαλλιά δεμένο κάτω από το πηγούνι. Περπατούσε περήφανα, με τους λυγερούς της ώμους στητούς έχοντας μια ακατάσχετη, αδιάκοπη και ψιθυριστή συνομιλία με τον εαυτό της. Δεν ξέρω αν μιλούσε με τον αδελφό της, αλλά δεν την είχα δει ποτέ να μιλάει με κανέναν.

Όπως συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά μικροσυστήματα που αναμασά τους εμετούς του και πίνει τα σάλια του με καλαμάκι, σε έναν τραγέλαφο Καφκισμού με καρναβαλίστικες προεκτάσεις, η Ελένη γινόταν στόχος χλευασμού. Ένα χειμωνιάτικο σούρουπο, τριγυρνώντας με το ποδήλατό μου στα στενά σοκάκια, βρέθηκα μπροστά σε ένα μάτσο συμμαθητών μου που τριγυρίζανε την Ελένη φτύνοντας, γιουχάροντας και αλλαλάζοντας αφιονισμένοι γύρω γύρω από την καυμένη γυναίκα που συνέχιζε να περπατά απτόητη, σφιγμένη με ένα βλέμμα κοφτερό που κάποια στιγμή αντάμωσε το δικό μου. Ένα βλέμμα που μου ψιθύρισε κάτι σαν «Ε! εσύ είσαι καλό παιδί, κάνε κάτι!». Δεν έκανα τίποτε. Γύρισα και έφυγα σκοτεινιασμένος βγάζοντας κακία στον εαυτό μου, γαμοσταυρίζοντας την δειλία μου.

Πέρασαν 2-3 μήνες. Είχε πιάσει η άνοιξη και ο δρόμος με έφερε για άλλη μια φορά έξω από το χοροδιδασκαλείο του Στέργιου. Μια ηλεκτρισμένη φωνή μου ξέσκισε το στομάχι και μου γαργάλησε το σβέρκο. Μια ηλεκτρική κιθάρα ξερνούσε βρώμικα riffs και μια παγανιστική ατμόσφαιρα γέμισε τη γειτονιά.

get on up, get on up
like a sex machine
get on up, get on up

Για πρώτη φορά άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο Στέργιος και η Ελένη στο κέντρο της αίθουσας χορεύανε λυμένοι σε μια μυσταγωγική έξαρση. Χέρια, πόδια στον αέρα και ο James Brown να ξεφωνίζει. Δεν σκέφτηκα και πολύ, μπήκα και εγώ μέσα στο ελευσίνιο μυστήριο αυτής της μινιμαλιστικής αίθουσας, με το σώμα μου να έχει ξεφύγει και το μυαλό μου να έχει πάρει φωτιές. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που βρέθηκα στο χώρο αυτό. Από τότε όμως ξεκίνησα να έχω σπινθήρα. Όλοι έχουνε κάποιο κρυμμένο μπουζί!

Δεν υπάρχει περίπτωση, ακόμη και σήμερα, ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου, να μη ξεσηκωθώ όπου και να ακούσω James Brown. Μήπως είμαι "αλλόκοτος"? Μπορεί, αλλά τουλάχιστον το χαίρομαι όσο μπορώ!

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Δυο ζωές

(Επαναδημοσίευση ενός διηγήματος που πρώτα το έστειλα εδώ)
ΔΥΟ ΖΩΕΣ
Δυο ζωές - sorry for the greek language
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ – ΖΩΗ ΠΡΩΤΗ
Ο Joe ζούσε στην καρδιά του Brooklyn. Στα 25 του κατάφερε μόλις πριν λίγες μέρες να βρει δουλειά σε ένα σύγχρονο σαντουιτσάδικο. Από αυτά που δεν έρχεσαι σε επαφή με τον πελάτη. Ένας πελώριος τοίχος γεμάτος από φωτεινές φωτογραφίες με τα τυποποιημένα προϊόντα χωρίζει το προσωπικό από τους πεινασμένους και βιαστικούς καταναλωτές. Δίπλα σε κάθε φωτογραφία μια μικρή σχισμή δέχεται τα νομίσματα και ύστερα από μερικά λεπτά ο τοίχος φτύνει το πακετάκι, ζεστό, συσκευασμένο, χαρούμενο, έτοιμο να το χαρείς. Η δουλειά του Joe είναι ένα black box. Δεν φαίνεται πουθενά το πώς, ούτε το γιατί.. Φαίνεται μόνο το «άρα». Ο ίδιος πολλές φορές αναρωτιέται αν υπάρχουν μερικοί που πιστεύουν ότι ο φωτεινός τοίχος τα κάνει όλα μόνος του. Και υπάρχουν πολλοί…
Η μοναδική επικοινωνία του Joe με τον έξω κόσμο είναι ένα μικρό άνοιγμα στο κάτω μέρος του τοίχου. Ένα άνοιγμα που αφήνει να περάσει το φως, τους ήχους από τα μουρμουρητά και τα γαμοσταυρίδια των ανυποψίαστων πελατών και… τα παπούτσια τους. Ναι, η εικόνα του έξω, κομμένη από τους αστραγάλους και κάτω. Μπότες, μποτάκια, λουστρίνια, γόβες, σανδάλια, μοκασίνια, ψηλοτάκουνα, πέδιλα, αθλητικά, σαγιονάρες, … η πασαρέλα του «κάτω κόσμου»!
Τα φιλοδωρήματα οι πελάτες τα έριχναν σε ένα γυάλινο βάζο, κάτω από ένα χάρτινο κουτάκι ενίσχυσης της Brooklynέζικης φιλοζωικής. Λίγοι φυσικά αφήναν κάτι εκεί μέσα, δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Ύστερα από δυο εβδομάδες ο Joe κατάφερε να αγοράσει με αυτά μια συνδρομή του flickr. Ήταν το κάτι τις που του έλειπε. Μια παλιά του γκόμενα, πάνω στην αναμπουμπούλα του να φύγει όσο το δυνατό γρηγορότερα από τη σκοτεινή τρύπα που μέναν, ξέχασε μια μικρή ψηφιακή φωτογραφική. Μικρή, εύχρηστη, sexy, χωρούσε άνετα στην παλάμη του και μάλλον γι’αυτό την κουβαλούσε πάντα μαζί του.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό! Ήταν διπλά τυχερός! Στο διαμέρισμα από πάνω του, ζούσε μια πουτάνα που ο νταβατζής της δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένος από τα λογιστικά της. Είχε την ατυχία να αποκτήσει και ένα αγοράκι, ένα από τα παράσημα της δουλειάς της. Η πελατεία της έκοβε όλο και περισσότερο. Ο πιτσιρικάς έγινε οκτώ και πήγαινε σχολείο. Τον βρήκαν να κάθεται δίπλα στο πτώμα της μαμάς του, σοβαρός, σκεπτικός, σχεδόν αδιάφορος. Τελικά όλα τα ρούχα και τα λιγοστά έπιπλα της μαμάς του κατέληξαν στα σκουπίδια. Μαζί με αυτά και ένας υπολογιστής των 100 δολαρίων που τους μοίρασε το σχολείο της γειτονιάς. Έτσι κατέληξε στον Joe.
Δίπλα στα αγγουράκια, στις τομάτες και τα κρεμμύδια υπάρχει ένας μικρός χώρος επάνω στον πάγκο που μπορεί να φιλοξενήσει την μικρή του digital. Ο Joe απέφυγε τα μπιφτέκια, τα λουκάνικα και το μπέικον γιατί η λίγδα που στάζει γύρω τους του φάνηκε επικίνδυνη για τα ευαίσθητα ηλεκτρονικά της. Εξάλλου, η θέση αυτή είναι πιο κοντά στο αριστερό του χέρι που πάντα το διατηρούσε πιο καθαρό από τις μουστάρδες και τις σως. Και φωτογράφιζε…
Φωτογράφιζε παπούτσια. Ή μάλλον ότι φαινόταν κάτω από το μικρό άνοιγμα του τοίχου. Πολλοί πελάτες είχαν πεισθεί για την ύπαρξη ενός μυστηριώδους «ηλεκτρονικού εγκέφαλου» πίσω του, αφού οι λάμψεις, από το φλας, μέσα από το άνοιγμα συντελούσαν σε μια Startrek ατμόσφαιρα.
Ώσπου μια μέρα…
Ώσπου μια κρύα μέρα του Δεκέμβρη εμφανίστηκε ένα πράσινο γυναικείο παπούτσι. Ανοικτό μπροστά, άφηνε ελεύθερα τα δάκτυλα να ξεπροβάλλουν. Ο Joe δεν μπόρεσε να τα διακρίνει και τα πέντε γιατί έβλεπε μόνο ένα γωνιακό προφίλ. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν το μικρό δακτυλάκι, ξεδιάντροπο, με κατακόκκινη μουσούδα τον κοίταζε ειρωνικά σαν να του έλεγε «ωπ! Τι κανεις εσύ εδώ πίσω?». Με το αριστερό του χέρι σήκωσε τη μηχανή ενώ το άλλο έμεινε μετέωρο με μερικές ροδέλες κρεμμύδι. Το φλας άστραψε, το παπούτσι έφυγε βιαστικά, το δακτυλάκι ξεφώνισε κάτι σαν «μα! Μια στιγμή! Εεεεε!». Κάποια πλάνα ταινίας του ήρθαν στο νου, χωρίς να πολυκαταλάβει ποιας. Έμεινε λιγάκι σκεπτικός, χωρίς να ξέρει γιατί. Όχι για πολύ, οι παραγγελίες ερχόταν βουνό.
Το βράδυ ξεκίνησε το άδειασμα της μηχανής του στο flickr κάτι που το έκανε καθημερινά αφού ο υπολογιστής του δεν είχε σκληρό δίσκο. Ήταν μέλος σε 4-5 γκρουπ σχετικά με παπούτσια, “Shoes today”, “men’s shoes”, “women’s shoes”, “naked shoes” κλπ. Δεν έβαζε ποτέ τίτλους στις φωτογραφίες του. Όταν όμως είδε μπροστά του τη φωτογραφία με το πράσινο παπούτσι και το κόκκινο δακτυλάκι αναστέναξε και μιας και πλησίαζαν τα χριστούγεννα έγραψε «Merry Christmas».
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΖΩΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
«Ντροπή σου!, βλάσφημε! Φύγε από εδώ!» ξελαρυγγιάστηκε ο παπάς, βρέχοντας τα γυαλιά του Διονύση με σταγονίδια σάλιου. «Μη ξανάρθεις!» συνέχιζε απτόητος, κόκκινος σαν μπαρμπούνι, με τα μάτια γουρλωμένα από την ταραχή. Το δεξί του χέρι αιωρούνταν απειλητικά και κουνούσε το δάκτυλο του με νεύρο. Όχι δεν το είχε βαμμένο κόκκινο. «Χέστηκα!» απάντησε ο Διονύσης. «Να πας στο διάολο και συ και η εκκλησία σου!» μούγκρισε και πέταξε με δύναμη τα πινέλα του προς τη μεριά του παπά. Ένα από αυτά ήταν μουσκεμένο με ένα ζωηρό πράσινο χρώμα. Δεν πέτυχε τον παπά, αλλά την εικόνα της Παναγίας πίσω του, που τόσα μερόνυχτα τον είχε ταλαιπωρήσει για να τον ολοκληρώσει. Μια πράσινη σταγόνα κύλησε αργά αργά από το μάγουλό της, και κάπου προς το πηγούνι στέγνωσε και έμεινε εκεί ανάγλυφη να ατενίζει το κενό από κάτω της.
Ο Διονύσης μεγάλωσε σε μια οικογένεια με 5 αδελφές. Ήταν ο μοναχογιός και ο πιο ευαίσθητος. Πάντα τον ενδιέφεραν οι τέχνες. Ξεκίνησε με μουσική, αλλά ένα μικρό ατύχημα στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού τον ανάγκασε να σταματήσει το ωδείο. Το γύρισε αμέσως στη ζωγραφική. Προσπάθησε δυο τρεις φορές να πετύχει στη σχολή καλών τεχνών, αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι βρέθηκε μαθητευόμενος στο ατελιέ ενός μεγαλοζωγράφου που για αρκετά χρόνια τον είχε του πεταματού. Μάθαινε όμως γρήγορα. Στα 25 του κατάφερε να νοικιάσει ένα μικρό διαμερισματάκι στην Καλλιθέα και για να μπορεί να βγάζει τα προς το ζειν ασχολούνταν και με την αγιογραφία. Πλησίασε μερικούς παπάδες, και προσπάθησε να κάνει επαγγελματικές γνωριμίες στο χώρο αυτόν. Άφησε μάλιστα και μούσι που σε συνδυασμό με τα μαύρα γυαλιά μυωπίας του έδινε ένα αρκετά σοβαρό, ευπρεπή και έμπιστο παρουσιαστικό προς τους ρασοφόρους. Είχε και μια χλωμή αβασάνιστη επιδερμίδα, μάλλον και μια λανθάνουσα ομοφυλοφιλία που δεν είχε εκδηλωθεί ποτέ. Μπορεί να μην την είχε καταλάβει ούτε ο ίδιος, αλλά συντέλεσε καθοριστικά σε αρκετές επαγγελματικές αγιογραφικές συμφωνίες.
Το πρόβλημα με την αγιογραφία ήταν ότι την έμαθε εμπειρικά. Ο δάσκαλός του δεν είχε καμία σχέση με ην τέχνη αυτή, έτσι αναγκάζονταν πολλές φορές να ανατρέξει σε πηγές ώστε να αποδώσει το θέμα του καλύτερα. Πώς μοιάζει ο Αγ. Νικόλαος? Έχει όντος καράφλα? Ο Άγιος Βασίλειος ήταν ψηλός? Υπήρχαν μανικετόκουμπα στα ενδύματα των αγίων? Τα γυναικεία ενδύματα της εποχής διέφεραν πολύ από τα αντρικά και σε τι? Τα φωτοστέφανα στηρίζονται κάπου ή αιωρούνται στο πουθενά? Βασικά ερωτηματικά ενός αδιάβαστου χειροπράκτη.
Πριν ένα μήνα είχε κλείσει μια καλή συμφωνία. Την αγιογράφηση ενός ολόκληρου ναού. Χαρούμενος για την ευκαιρία να ανεβάσει το οικονομικό του επίπεδο έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Μία από τις πολλές αγιογραφίες που του είχε αναθέσει ο παπάς ήταν η Παναγία με το θείο βρέφος αγκαλιά ακουμπισμένη σε έναν βράχο, με ένα τοπίο που να θυμίζει Βηθλεέμ. Είχε ολοκληρώσει το γενικό σκαρίφιμα, προχώρησε μάλιστα και σε πολλές λεπτομέρειες, αλλά κάπου σταμάτησε από ένα μικρό κενό γνώσης που δεν είχε γεμίσει ακόμη. Τα παπούτσια της Παναγίας πώς να ήταν άραγε? Δεν είχε ιδέα. Το άφησε να το ψάξει αργότερα στο σπίτι του και συνέχισε τη δουλειά του.
Το βράδυ, με ενδιαφέρον μπήκε στο Google και με τα φτωχά αγγλικά του πληκτρολόγησε μερικές λέξεις – κλειδιά: Jesus Mary Shoes. Δεν πολυασχολήθηκε με τα αποτελέσματα της αναζήτησης και έκανε κλικ στο πρώτο από αυτά.Έμεινε με το στόμα ανοιχτό.Ακόμα και οι τρίχες από τα μουστάκια του έσκυψαν απορημένες προς την ηλεκτρισμένη οθόνη. Ανασήκωσε τα γυαλιά του με μια γρήγορη και οικεία του κίνηση. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και έκανε μερικές γκριμάτσες αφημένος σε μια αφηρημάδα που άγγιζε τα όρια της ψευδαίσθησης. Ξαναγύρισε στην οθόνη και έβαλε τη μεγαλύτερη μεγέθυνση που ήταν δυνατή να πάρει από τη φωτογραφία που έβλεπε μπροστά του. Ξαναπήγε στο μπάνιο και ξυρίστηκε, έκοψε μουστάκια, μούσια και ότι περίσσευε από αυτά.
Δεν κοιμήθηκε καλά εκείνο το βράδυ, έτσι το άλλο πρωί χαράματα τράβηξε για την εκκλησία και σε ένα αχνό φως της ανατολής, ζωγράφισε ένα καταπράσινο γοβάκι στο πόδι της Παναγίας, με το μικρό της δακτυλάκι τόσο κόκκινο που από την πόρτα της εκκλησίας φαινόταν σαν να το σημάδευε ένας μαφιόζος με σκόπευτρο λέιζερ. Τότε ήταν που ήρθε και ο παπάς.
Με τα χέρια στις τσέπες και το γιακά σηκωμένο ο Διονύσης περπατούσε μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. Μεταξύ λογικού και παράλογου. Είχε πια νυχτώσει. Με τα λεωφορεία δεν τα πήγαινε καθόλου καλά και μέσα στην ταραχή της ημέρα αποφάσισε να περπατήσει μέχρι το σπίτι του. Περπατούσε για ώρες, μηχανικά, με τον αυτόματο πιλότο. Τα μάτια του στραμμένα προς το πεζοδρόμιο, αντίκριζαν τις άκρες των παπουτσιών του να εισέρχονται στο οπτικό του πεδίο εναλλαξ.
Ύστερα από ώρες, κοντά στο Χαροκόπειο πέρασε τη Θησέως κάθετα από μια διάβαση πεζών. Ένα καταπράσινο Kadett της δεκαετίας του 80, «πειραγμένο», τον έστειλε επτά – οκτώ μέτρα μακριά, ώσπου τελικά το σώμα του καρφώθηκε σε ένα σήμα της τροχαίας. Με τα χέρια και τα πόδια κομμάτια, έμοιαζε με κατσαρίδα ύστερα από ολονύχτιο πάρτυ με σφηνάκια εντομοκτόνου. Το αυτοκίνητο σταμάτησε απορημένο, μπορεί ίσως και εκνευρισμένο. Μια κατακόκκινη κυλίδα πηχτού αίματος κυλούσε αργά από το δεξί φανάρι του αυτοκινήτου και το φως του τρεμόπαιζε στο σκοτάδι. Με ένα μουγκρητό της εξάτμισης τα λάστιχα σπινιάρισαν και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι προς την παραλιακή.
Εκείνη την κρύα νύχτα του Δεκέμβρη η τελευταία εικόνα που αποτυπώθηκε στον ταλαιπωρημένο εγκέφαλο του Διονύση ήταν ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι, φωτεινό και κάτασπρο.
Ένα δεκαεξάχρονο hip-hop αγοράκι, με ακουστικά να ξερνάνε Eminem και την κουκούλα μέχρι την μύτη, κοντοστάθηκε νωχελικά. Ζύγιασε μέσα στην ερημιά της νύχτας δεξιά και αριστερά, πασπάτεψε με τα λεπτά του δάκτυλα τα πλευρά του Διονύση, πήρε το πορτοφόλι του και εξαφανίστηκε.
.-
Αφιερωμένο:
  • στο ανήσυχο πνεύμα
  • στο «θέλω, αλλά δεν μπορώ»
  • στους φίλους που δεν καταλαβαίνουν
  • στο «μπορώ, αλλά δεν θέλω»
  • στους φίλους που δεν μπορούν να συμβουλέψουν γιατί δεν καταλαβαίνουν
  • στον Tom Waits
  • στην χαμένη ευκαιρία του χθες
  • στον έρωτα
  • στην Ολυμπιακή
  • στην χαμένη ευκαιρία του αύριο
  • στο ανεκπλήρωτο

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Echoes

Σήμερα το πρωί σηκώθηκα με μια τρομερή όρεξη να ακούσω κάτι παλιό και καλό.
Έριξα στο αυτοκίνητο ένα cd με το Meddle των Pink Floyd, με τη σκέψη να με συνοδεύσει το Echoes μέχρι τη δουλειά. To κρύο και η βροχή ταιριάζανε απόλυτα με την όλη ατμόσφαιρα, αλλά κάποια στιγμή βαρέθηκα και είπα να ακούσω κάτι άλλο.

Πάτησα το Eject. Το cd-player αρνήθηκε να υπακούσει.
Δεν πολυέδωσα σημασία και το πάτησα ξανά. Και πάλι άρνηση!

Τρομοκρατήθηκα με τη σκέψη ότι κάθε πρωί θα με μουρμούραγε ο Gilmor με τα slide τερτίπια του, ή ότι θα μύριζα κάθε φορά που θα ξεκίναγα για τη δουλειά, καυτή λάβα από την Πομπηία που θα ανέβληζε κάτω από τα πατάκια με μπλερπ μπλουρπ!!!

Τελικά τα κατάφερα και το άκουσα ως το τέλος, αλλά όταν ξανάρχισε και ακούστηκε το "One of these days I'm going to cut you into little pieces" πηγμένος μέσα στην κίνηση της Βασ. Σοφίας έπρεπε να αντισταθώ... Μπροστά μου ερχόταν με γλυκήτητα μια λακούβα που χασμουριόταν με απελπισία. Την έβαλα στο σημάδι με τη δεξιά μου ρόδα. Το δάκτυλό μου αιωρούνταν τρεμάμενο πάνω από το eject ... και περίμενα την καίρια στιγμή. Με ένα ξερό κρότο το αυτοκίνητο βυθίστηκε στο χάος, το σώμα μου ταρακουνήθηκε, αλλά το δάκτυλό μου βρήκε το στόχο την κατάλληλη στιγμή. Μάταια όμως. Σαν να μου ακούστηκε κάπου "One of these days I'm going to break your car into little pieces". Μπορεί να άκουσα και κάποιο πνιχτό γέλιο, αλλά μάλλον θα ήταν από κάποιον περαστικό που του έφτιαξα τη μέρα.

Με τα νεύρα σαν κρόσια τεξανού καουμπου παρκάρισα κοντά στο γραφείο και έσβησα τη μηχανή. Με μια ανέμελη κίνηση πάτησα ξανά το eject και ... νάσου το cd-player έφτησε το meddle καυτό - καυτό και ταλαιπωρημένο! Κάπου το λυπήθηκα το καυμένο! Ουφ!

Αύριο λέω να ακούσω το Day Dream Nation των Sonic Youth! Θα έχει κίνηση!